άγγελος


άγγελος
[ангелос] ουσ. а. ангел,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άγγελος" в других словарях:

  • άγγελος — ο ангел – дух предстоящий небесному Жертвеннику и Престолу Божьему. Ангелы считаются первыми творениями Бога. Составляют так называемые ангельские чины; ΦΡ. βλέπω τόν άγγελό μου быть при смерти; φύλακας άγγελος ангел хранитель Этим. заимствование …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἅγγελος — ἄγγελος , ἄγγελος messenger masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄγγελος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγγελος — messenger masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγγελος — I Τη λέξη αυτή χρησιμοποίησαν οι Εβδομήκοντα, οι μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης, για vα αποδώσουν την εβραϊκή λέξη μαλ ακ που σημαίνει αγγελιαφόρος, υπηρέτης. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι α. είναι «αι στρατιαί», η αυλή του Θεού, όντα… …   Dictionary of Greek

  • άγγελος — ο (θηλ. ισσα και ίνα) 1. αυτός που φέρνει μια είδηση, μαντατοφόρος: Χάρηκαν όλοι, γιατί ήταν άγγελος καλών ειδήσεων. 2. πνευματικό δημιουργημένο από το Θεό για να εκτελεί τις εντολές του. 3. άνθρωπος προικισμένος με εξαιρετικά προτερήματα: Είναι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άγγελος Σιλέσιος — (Αngelus Silesius). Ψευδώνυμο του Γερμανού γιατρού, θεολόγου και ποιητή Γιόχαν Σέφλερ (Johann Scheffler, 1624 – 1677). Αρχικά o Α.Σ. ήταν προτεστάντης, μεταπήδησε όμως το 1652 στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Το 1674 κυκλοφόρησε η μεγάλη συλλογή… …   Dictionary of Greek

  • Άγγελος, Γρηγόριος — (14ος; αι.).Βυζαντινός θεολόγος. Με το έργο του στηλίτευσε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και αποσαφήνισε διάφορους όρους του ορθόδοξου δόγματος. Έγραψε επίσης εναντίον της χρήσης των αζύμων από τους Δυτικούς. Τα έργα του παραμένουν ανέκδοτα. Τρία… …   Dictionary of Greek

  • Άγγελος, Κωνσταντίνος — Ονοματεπώνυμο δύο βυζαντινών αξιωματούχων. 1. Αρχηγός του βυζαντινού στόλου στα χρόνια του αυτοκράτορα Μανουήλ Α’ του Κομνηνού (1143 1180). Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Φιλαδέλφειας (Μ. Ασίας) και νυμφεύτηκε την κόρη του Αλεξίου Α’ …   Dictionary of Greek

  • Άγγελος, Μάρκος — (14ος αι.).Βυζαντινός ποιητής. Έγραψε ποιήματα που αναφέρονται στον έρωτα …   Dictionary of Greek